Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τρανύνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τρανύνω Προφορά: τρανύνω
  1. 1) μεγαλώνω σε ηλικία και ανάστημα 2) παίρνω θέση, βαθμό ανώτερο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Εσύ μικρίκον τράνυνον κ’ εγώ άς μεγαλύνω. (μεγαλώνω σε ηλικία και ανάστημα)
    2) Άμον τον φέγγον μίαν τρανύν’ μίαν μικραίν’. (μεγαλώνω σε ηλικία και ανάστημα)

  2. μεγαλώνω,ηλικίωνομαι,αυξάνομαι,φημίζομαι,μεγαλοπιάνομαι κάνω κάτι μεγάλο,γίνομαι επίσημος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Παθητική φωνή:
    τρανίουμαι

  3. μεγαλώνω, μεγεθύνω Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
  4. μεγαλώνω, αυξάνομαι 1)κάνω κάτι μεγάλο 2) μεγαλώνω κάτι 3) μεγαλώνω στα χρόνια Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια