Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τραβωδοχάρτ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τραβωδοχάρτ’ Προφορά: τραβωδοχάρτ
  1. χαρτί βιβλίου που περιέχει δίστοιχα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Το τραβωδοχάρτ’ τη Πατσά̤κονος πολλά τραβωδίας είχͮεν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια