Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μάπα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μάπα Προφορά: μάπα
  1. λάχανο με μεγάλη και στρογγυλή κεφαλή, το άλλως άσπρο λάχανο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    ιταλική, από την ιταλική λέξη mappa

    Χρήση από:
    Κούσης

Παρατηρήσεις - Σχόλια