ταυρολάς (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: ταυρολάσ̌'
Προφορά: ταυρολάς
-
οργασμός των ταύρων κατά τη γενετήσια ορμή
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
1) η παρακολούθηση μιας αγελάδας από πολλούς ταύρους
2) ο οργασμός των βοδιών και η διασταύρωση
3) μεγάλος θόρυβος ανθρώπων
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης