Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ανασπάλλω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ανασπάλλω Προφορά: ανασπάλλω
  1. ξεχνώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Ευτάς τον κόσμον κι ανασπάλλ' τή κάρδιας ατ' τα πόνια. (ξεχνώ)
    2) Ντ' εποίκες με, ναι σ̌κύλ' κουτάβ', καμίαν 'κ' ανασπάλλω. (ξεχνώ)
    3) Ενεσπάλθεν το κλειδίν αθες κ' επέμ'νεν κλειδωμένον. (ξεχνώ)
    4) Ο Θεόν ενέσπαλεν ατον (δεν τον τιμωρεί για τα κακά του)

    Προέλευση:
    από την πρόθεση ανά και το ρήμα σπάλλω = σφάλλω

  2. λησμονώ, ξεχνώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από την αρχαία λέξη σφάλλω, ανά + σπάλλω

    Παθητική φωνή:
    ανασπάλκουμαι

  3. ξεχνώ Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  4. λησμονώ κάνω λάθος Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    από το αρχαίο σφάλλω με την πρόθεση ανα- και την τροπή του (φ) σε (π) και με πολυσήμαντη έννοια
    <Θεά ήδημ' έσφηλεν - Σοφοκλή Αίας 452>

    Χρόνοι:
    Παρατατικός ενεσπάλ'να
    Μέλλοντας θα ανασπάλλω
    Αόριστος ενέσπαλα

    Προστακτική:
    ανάσπαλον!

Παρατηρήσεις - Σχόλια