Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
1) Ευτάς τον κόσμον κι ανασπάλλ' τή κάρδιας ατ' τα πόνια. (ξεχνώ)
2) Ντ' εποίκες με, ναι σ̌κύλ' κουτάβ', καμίαν 'κ' ανασπάλλω. (ξεχνώ)
3) Ενεσπάλθεν το κλειδίν αθες κ' επέμ'νεν κλειδωμένον. (ξεχνώ)
4) Ο Θεόν ενέσπαλεν ατον (δεν τον τιμωρεί για τα κακά του)
Προέλευση:
από την πρόθεση ανά και το ρήμα σπάλλω = σφάλλω
Προέλευση:
από την αρχαία λέξη σφάλλω, ανά + σπάλλω
Παθητική φωνή:
ανασπάλκουμαι
Προέλευση:
από το αρχαίο σφάλλω με την πρόθεση ανα- και την τροπή του (φ) σε (π) και με πολυσήμαντη έννοια
<Θεά ήδημ' έσφηλεν - Σοφοκλή Αίας 452>
Χρόνοι:
Παρατατικός ενεσπάλ'να
Μέλλοντας θα ανασπάλλω
Αόριστος ενέσπαλα
Προστακτική:
ανάσπαλον!