Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τερτ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τερτ' Προφορά: τερτ
  1. πάθος, αρρώστεια, πόνος, λύπη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Τραπεζούντας

  2. βάσανο, ταλαιπωρία, θλίψη, καημός χρόνια αρρώστεια Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    περσική, από την περσική λέξη derd

  3. καημός, βάσανο Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Παράδειγμα:
    « τα τέρτια μ' τα παράπονα μ' σε κάναν 'κι θα λέω»

Παρατηρήσεις - Σχόλια