Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

Ταρσός (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: Ταρσός Προφορά: Ταρσός
  1. Άνω με 35 και Κάτω με 120 οικογένειες, επάνω σε παραπόταμο του Λύκου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια