Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ταπείνωση (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ταπείνωση Προφορά: ταπείνωση
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    ταπεινωσύνα̤, όχι εγωισμός

    Παράδειγμα:
    Εγάπ’ θελ’ φρόνησην θέλει ταπεινωσύνα̤ν.

  2. αδυναμία, μετριοφροσύνη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια