ταπαντζέα (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: ταπαντζέα
Προφορά: ταπαντζέα
-
πυροβολισμός με ταπάντζαν (πιστόλι), δαρμός με αυτήν
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
πιστολιά
βολή πιστολιού
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης