Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ταμλαεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ταμλαεύω Προφορά: ταμλαεύω
  1. φθάνω κοντά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Χρήση από:
    Α. Αναστασιάδη

    Παράδειγμα:
    Ο ντελής εταμλάεψεν σην πόρταν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια