Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αμουρατσούης (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. αμουρατσούης , 2. αμουρατσ̌ούης Προφορά: αμουρατσούης
  1. άχαρος, δυστυχής Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Αμουρατσούζαινα σό παιδίν απάν' (στη γέννηση) επέθανεν.
    2) Μουρατσούης που 'κ' επλερώθεν σα μουράτα̤ τ'. (δεν έτυχε του ποθούμενου, άτυχος)
    3) Χάρε μ' άσ' τ' αμουρατσούοις κι έπαρ' τοι γεροντάδες.

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη μουρατσίζ.

    Σχόλιο:
    Το α- στερητικό ήταν περιττό αφού υπάρχει η τουρκική στερητική κατάληξη -σίζ αλλά φαίνεται ότι πήρε το α- κατ' αναλογίαν παρομοίων επιθέτων.

  2. έρημος, άτυχος, αδικοχαμένος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια