Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
1) Αμουρατσούζαινα σό παιδίν απάν' (στη γέννηση) επέθανεν.
2) Μουρατσούης που 'κ' επλερώθεν σα μουράτα̤ τ'. (δεν έτυχε του ποθούμενου, άτυχος)
3) Χάρε μ' άσ' τ' αμουρατσούοις κι έπαρ' τοι γεροντάδες.
Προέλευση:
τουρκική, από την τουρκική λέξη μουρατσίζ.
Σχόλιο:
Το α- στερητικό ήταν περιττό αφού υπάρχει η τουρκική στερητική κατάληξη -σίζ αλλά φαίνεται ότι πήρε το α- κατ' αναλογίαν παρομοίων επιθέτων.