νταμάριαπό καλό σόιΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Προέλευση:
Τουρκική
1) αυτός που κατάγεται από καλή γενιά, οικογένεια
2) ο από καλό γένος προερχόμενος
3) ο από τζάκιΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης