Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τουκένο (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τουκένο Προφορά: τουκένο
  1. μαγαζί Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Ιδίωμα:
    Σουρμένων

Παρατηρήσεις - Σχόλια