Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

ωλένα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ωλένα Προφορά: ωλένα
  1. ωλένη, αγκαλιά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ποιητικό

    Προέλευση:
    από το αρχαίο Δωρικό ὠλένα

    Παράδειγμα:
    Πολλά φοράς ας πέθανα, γιέ μ’ σ’ εσόν την ωλέναν. (ποίημα "Η Χώνιτσα")

  2. αγκαλιά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο Δωρικό ωλένα

Παρατηρήσεις - Σχόλια