-
σακκούλι
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
τορβάς
σάκκος που περιέχει τη τροφή μονόχηλου ζώου που είναι κρεμασμένος από το λαιμό του
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
σακούλι με τροφή κρεμασμένο στον λαιμό του αλόγου
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης