Γραφή στην Ποντιακή: 1. αμίλαλος , 2. αμήλαλοςΠροφορά: αμίλαλος
αμίλητοςΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Προέλευση:
από το στερητικό α, το στερητικό μη και λαλιά
Παράδειγμα:
Άλαλος κι αμήλαλος και γαλενόν ποτάμ'.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Γενικά Σχόλια
Αρσενικό:
Ενικός: αμίλαλος
Πληθυντικός: αμίλαλοι
Θηλυκό:
Ενικός: αμίλαλος
Πληθυντικός: αμίλαλοι
Ουδέτερο:
Ενικός: αμίλαλον
Πληθυντικός: αμίλαλα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.
Θεωρούμε πως η ετυμολογία του λήμματος προκύπτει από το α- στερητικό και το ρήμα μιλώ, γι' αυτό και επιλέγουμε αυτή την ορθογραφία. Για την ετυμολόγηση που δίνει το λεξικό Γεροστάθη πβ. παρακάτω.