Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αμίλαλος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. αμίλαλος , 2. αμήλαλος Προφορά: αμίλαλος
  1. αμίλητος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το στερητικό α, το στερητικό μη και λαλιά

    Παράδειγμα:
    Άλαλος κι αμήλαλος και γαλενόν ποτάμ'.

Παρατηρήσεις - Σχόλια