Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τόπος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τόπος Προφορά: τόπος
  1. τόπος, θέση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Ση κυρού μ’ τον τόπο θα έχω σε. (θέση)

  2. τόπος,οικόπεδο,χώρα έκταση της γης Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Πληθυντικός αριθμος:
    τα τοπία=οι τόποι

Παρατηρήσεις - Σχόλια