Προέλευση:
τουρκική, από την τουρκική λέξη τοπλαμάκ
Ιδίωμα:
Σουρμένων, Κοτυώρων
Παράδειγμα:
Ετοπλαεύτεν η δωδεκάρα κι εποίκανε μετσ̌λίσ̌.
Παθητική Φωνή:
τοπλαεύκουμαι (παίρνω τα κατουρημένα μου και φεύγω)
Προέλευση:
τουρκική,από το τουρκικό toplamak=συναθροίζω,συγκεντρώνω
Παθητική φωνή:
τοπλαεύκουμαι