Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τοξεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τοξεύω Προφορά: τοξεύω
  1. χτυπώ με το τόξο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Σον ουρανό έβγαινα τ’ άστρα̤ τόξευα. (χτυπώ με το τόξο)
    2) Τοξεύω τα μαλλία. τα χτυπώ με το τοξάρ (εργαλείο του παπλωματά) αντί να τα ξάνω με το χέρι
    3) Τόξεψον τά χͮιόνια κ’ έλα. (τα χτυπώ με το τοξάρ, μεταφορικά)
    4) Τόξεψον ατόν ν’ απομαθάν’ το κλεψίον, (ξυλίζω γερά, μεταφορικά )

  2. δέρνω χτυπώ με εκτοξευόμένο βέλος,ξαίνω με το τοξάρι μαλλί ή βαμβάκι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα τοξεύω

  3. 1) χτυπώ με το βέλλος 2) ξαίνω το μαλλί Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια