Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τοξάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τοξάρ’ Προφορά: τοξάρ
  1. 1) το δοξάρι της λύρας 2) εργαλείο των παπλωματάδων με τό οποίο τοξεύ’νε, ξαίνουν το μαλλί, το βαμβάκι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Η λύρα μ’ έν’ κοκκύμελον και το τοξάρ’ ελαίαν. (το δοξάρι της λύρας)
    2) Το τοξάρ’ εθαρρείς λέει τάζ, τάζ, τάζ. (εργαλείο των παπλωματάδων με τό οποίο τοξεύ’νε, ξαίνουν το μαλλί, το βαμβάκι).

  2. πολεμικό τόξο/τόξο λύρας/τόξο των παπλωματάδων Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  3. δοξάρι, τόξο Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
  4. το δοξάρι της λύρας Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια