μαντρόσκυλον (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: 1. μαντρόσ̌κυλον , 2. μαντρόσ̌κυλλον
Προφορά: μαντρόσκυλον
-
ποιμενικός σκύλος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
τσοπανόσκυλλο
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης