Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τόκα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τόκα Προφορά: τόκα
  1. τσούγκρισμα ποτηριών Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Εποίκαν τόκαν και έπαν το ραγούν (ρακίν).

  2. 1) παιχνίδι παιδικό 2) σύγκρουση ποτηριών σε πρόποση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    ιταλική, από την ιταλική λέξη toccare= εγγίζω

  3. το τσούγκρισμα των ποτηριών Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια