Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη τοζ = σκόνη
Ιδίωμα: Κρώμνης
Παράδειγμα: Ερούξαν τα στρώματα και ετοζλαεύταν.
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.