Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τογκασεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τογκασ̌εύω Προφορά: τογκασεύω
  1. εξοικειούμαι, συνηθίζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Χρήση από:
    Π. Υψηλάντης

    Παράδειγμα:
    Ταγιάνυφος εν’ και ’κ’ επόρεσεν να τογκασ̌εύ’ τα δουλείας.

Παρατηρήσεις - Σχόλια