Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τισέκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τισ̌έκ' Προφορά: τισέκ
  1. στρώμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Χρήση από:
    Α. Αναστασιάδη

    Παράδειγμα:
    Εξέγκεν τα τσαγκία τ’ κ’ επλώθεν απάν’ σο τισ̌έκ’.

Παρατηρήσεις - Σχόλια