Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τιπέτ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τιπέτ' Προφορά: τιπέτ
  1. ύφασμα που πήρε το όνομα από το Θιβέτ απ’ όπου προερχόταν Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Ας σο τιπέτ' εποίναν τα ζίβρας.

Παρατηρήσεις - Σχόλια