Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τίπ (ινκιάρ) [Επίρρημα]

Γραφή στην Ποντιακή: τίπ (ινκιάρ) Προφορά: τίπ (ινκιάρ)
  1. ολότελα, παντελής άρνηση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Τίπ ινκιάρ εποίκεν ντο εβλαστήμεσεν.
    2) Εποίκεν τίπ ινκιάρ’ ντό έκλεψεν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια