Ερμηνεία: μονό (μονόγροσο, μονόρουβλο)
Παράδειγμα: Εδέκε με δέκα γρόσια, όλα̤ τα̤κλούχα. (μονόγροσο)
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.