Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
σκωλέκ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: σκωλέκ'
Προφορά: σκωλέκ
σκουλίκι, σκώρος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Ιδίωμα:
Σταυρίν (σκώρος)
Παράδειγμα:
Το τυρίν έγκεν σκωλέκια.
σκουλήκι
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
από την αρχαία λέξη σκώληξ
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
σκωλέκι (το)
Παρατηρήσεις - Σχόλια