Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σκύλος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σ̌κύλος Προφορά: σκύλος
  1. σκύλος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Σ̌κύλον ’κ’ εχͮ’, κάταν ’κ’ εχͮ’.
    2) Άσπρος σκύλος, μαύρος σκύλος. (το ίδιο είναι)
    3) Ο σ̌κύλον ερούξεν απ’ οπίσ’ ατ’ς. (άτιμος)
    4) Σ̌κύλ’ υιός ( άτιμος, πρόστυχος, αλλά και έξυπνος ικανός)
    Τη σ̌κύλ’ ο γιον πώς εφόρτσεν το ραβδίν ατ’ οφιδί’ πετσίν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια