Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σκυλίτσι (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σ̌κυλίτσι Προφορά: σκυλίτσι
  1. σκύλος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Να ποίγω τα σκυλίτσα μου κι εσέν’ παραλαεύ’νε.
    2) Τη σκυλίτσι μ’ ο γιόν εδίεξέ με.

Παρατηρήσεις - Σχόλια