Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σκρίνον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σκρίνον Προφορά: σκρίνον
  1. έπιπλο πολυτελείας από καρυδιά σαν τη σημερινή σιφονιέρα, για να φυλάγει τα εσώρουχα και τα εξώρουχα στα διάφορα συρτάρια της Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια