Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σκουτέλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σκουτέλ' Προφορά: σκουτέλ
  1. πιάτο βαθουλό, προπάντων πήλινο, βερνικωμένο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
  2. πιάτο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    λατινική, από τη λέξη scutella - ae = μικρός δίσκος, πινάκιο

Παρατηρήσεις - Σχόλια