Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τιμή (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τιμή Προφορά: τιμή
  1. τιμή, αξία, εκτίμηση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Εκεί εξέρ’νε την τιμή μ’ και δί’νε την αξία μ’.
    2) Η τιμή τον τιμεμένον.
    3) Επεβρώτ’σεν την τιμήν ατ’.

  2. 1) η υλική αξία πράγματος 2) η τιμή που αποδίδεται σε κάποιον 3) η τιμητική περιποίηση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ελληνικό ουσιαστικό τιμή

Παρατηρήσεις - Σχόλια