Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
1) Αφήνω και την κάλη μου να πάει ρουζ’ και σκοτούται.
2) Ωράσον πας σα μακρά, σκοτώνω σε. ( σε ξυλίζω δυνατά, έχασε την κυριολεκτική σημασία του, όταν φοβερίζουν τα παιδιά)
Προέλευση:
από το αρχαίο ρήμα σκοτώ = κάμνω σκότος, σκοτίζω
Παθητική:
σκοτούμαι = κουράζομαι, καταπονούμαι