Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σκοτώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: σκοτώνω Προφορά: σκοτώνω
  1. σκοτώνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Αφήνω και την κάλη μου να πάει ρουζ’ και σκοτούται.
    2) Ωράσον πας σα μακρά, σκοτώνω σε. ( σε ξυλίζω δυνατά, έχασε την κυριολεκτική σημασία του, όταν φοβερίζουν τα παιδιά)

  2. φονεύω, σκοτώνω, καταπονώ κουράζω πολύ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα σκοτώ = κάμνω σκότος, σκοτίζω

    Παθητική:
    σκοτούμαι = κουράζομαι, καταπονούμαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια