Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τικάτ (το) [Ουσιαστικό, Επίρρημα]

Γραφή στην Ποντιακή: τικάτ' Προφορά: τικάτ
  1. βιασύνη, προσοχή βία επίμονη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη τικάτ

    Παραδείγματα:
    1) Σ’ εκείνον ’κί θα ευτάγ’νε αοίκον τικάτ’. (βία επιμονή)
    2) Ποίσον τικάτ’ να μη εβραδυάσκουμες. (βιασύνη)

    Ομμόριζο - Παράγωγο:
    τικάτα̤ ή τικατλία (βιαστικά)

Παρατηρήσεις - Σχόλια