Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ταγιανεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ταγα̤νεύω Προφορά: ταγεανεύω
  1. διαρκώ, βαστώ, αντέχω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Αβούτο αλεσία μουν, ξάϊ ’κ’ εταγιάν’τζεν. (διαρκώ, βαστώ, αντέχω)
    2) Επήεν κ’ εταγιάνεψεν ση Δέβας το γεφύρι. (φτάνω μπροστά)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Ομόρριζο - Παράγωγο:
    ταγιανισ̌λής, -ήσα, -ήν (ανθεκτικός)

  2. αντέχω, υπομένω, φτάνω, στηρίζομαι, εγγίζω, πλησιάζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη dayanmak

Παρατηρήσεις - Σχόλια