Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
1) Αβούτο αλεσία μουν, ξάϊ ’κ’ εταγιάν’τζεν. (διαρκώ, βαστώ, αντέχω)
2) Επήεν κ’ εταγιάνεψεν ση Δέβας το γεφύρι. (φτάνω μπροστά)
Προέλευση:
τουρκική
Ομόρριζο - Παράγωγο:
ταγιανισ̌λής, -ήσα, -ήν (ανθεκτικός)
Προέλευση:
τουρκική, από την τουρκική λέξη dayanmak