Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ισκιά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. ισκά̤ , 2. ισκιά Προφορά: ισκιά
  1. σκιά, ίσκιος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Άνω Αμάσειας

Παρατηρήσεις - Σχόλια