Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σύρω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: σύρω Προφορά: σύρω
  1. Τραβώ, Υποφέρω, Σφάζω, σφάζομαι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερηνείες:
    1) Η μάνα μ’ βάλλ’ το ράμμαν σο βελόν’ κι εγώ σύρω παίρ’ ατο. Έσυρα ’τον σ’ εμέν’ μέρ’, (Τραβώ)
    2) Ο σ̌κύλον εβγαίν’ σην άνοιξη, άμα ντο σύρ’ εκείνος εξέρ’, (Υποφέρω)
    3) α) Σύρω σο μαχͮαίρ’, δεβάζω σο μαχͮαίρ’, (Σφάζω).
    β)Σύρκουμαι σο μαχͮαίρ’, διαβαίνω σο μαχͮαίρ’, (σφάζομαι)
    γ) Εκείνο κι άλλα δώδεκα σ’ έναν μαχͮαίρ’ εσύρθαν.

  2. σύρω, τραβώ, σέρνω, αποσπώ, αντλώ, αποσύρομαι, ρίχνω, πετώ, πυροβολώ, απομακρύνω, κλίνω, πρόσκειμαι, ανέχομαι απάγω βίαια, βγάζω βλαστούς Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα σύρω = έλκω, τραβώ

    Παθητική φωνή:
    σύρκουμαι = σύρομαι, τραβιέμαι, σέρνομαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια