Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σύρσιμον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σύρσιμον Προφορά: σύρσιμον
  1. Τράβηγμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Ση τοξαρί μ’ το σύρσιμον άλλ’ κλαίγ’νε κι άλλ’ γελούνε, (Τράβηγμα)
    2) Ας σο σύρσιμον τ’ Ελένες κιάν άρρωστος είμαι, (Απαγωγή κοριτσιών)

  2. τράβηγμα, έλξη, απαγωγή βολή όπλου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια