Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

σύρκουμαι [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: σύρκουμαι Προφορά: σύρκουμαι
  1. Σέρνομαι, Ρίχνω, Υποφέρω, Απάγω, Επιθυμώ, βασανίστηκε, σύρσιμον, τράβηγμα, απαγωγή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Να σύρκεσαι απάν’ σην κοιλίαν! Συρκούμενον οφίδ’ να ελέπω σε, να σε δω να σέρνεσαι σαν το φίδι!,
    (Σέρνομαι)
    2) έσυρα έναν λιθάρ’ κι εντώκα έναν πουλίν, (Ρίχνω)
    3) Ντο σύρω και δεβάζω με την πεθερά μ’. Αν σύρ’ ατο ’κί σύρκεται, αν χάν’ ατό ’κι χά’ται, (Υποφέρω)
    4) Έσυραν την κουτσ̌ήν τη Παλάσας, (Απάγω)
    5) Έσυρεν ατό η ψ̌ή μ’, (Επιθυμώ)
    6) Σύρω αν’ και κα’.
    7) Έσυρεν κι επέσυρεν, (τράβηξε πολύ, βασανίστηκε, σύρσιμον, τράβηγμα, απαγωγή)

  2. σύρομαι, τραβιέμαι, σέρνομαι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Σχόλιο:
    Παθητική Φωνή του ρήματος σύρω

Παρατηρήσεις - Σχόλια