Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

συρεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: συρεύω Προφορά: συρεύω
  1. Τραβώ, κατευθύνομαι, Γαστρώνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Εσκοτείνεψεν κι όλα κι ο Μούχον εσύρεψεν εκεί, (Τραβώ, κατευθύνομαι)
    2) Σ’ έναν ημέραν εσύρευεν κ’ εξέβεν ση Σαντά, (Σαντάς, τραβώ με βήμα γοργό)
    3) Τη Παλάσας το βούδ’ εσύρεψεν το ζώ’ν εμουν, (Γαστρώνω)

    Ιδίωμα:
    Χαλδίας

Παρατηρήσεις - Σχόλια