Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

συντεκνία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: συντεκνία Προφορά: συντεκνία
  1. κουμπαριά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Κι αν έρθες για τη συντεκνίαν, εσέν’ σύντεκνον ’φτάγω.

  2. η σχέση του αναδόχου (νονού) προς τους γονείς του αναδεκτού ( βαφτισιμιού) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια