Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πακούρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πακούρ' Προφορά: πακούρ
  1. χαλκωματένιο τούρκικο νόμισμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Λίτσασα

    Παράδειγμα:
    Εσέγκα σην τσ̌έπια μ' 35 πακούρια.

Παρατηρήσεις - Σχόλια