Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μικρότε (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μικρότε Προφορά: μικρότε
  1. μικρή, παιδική ηλικία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Σα μικρότας ατ’ έτον πολλά άσαλγος.

Παρατηρήσεις - Σχόλια