Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

συνορτάσ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: συνορτάσ' Προφορά: συνορτάσ
  1. Εκείνοι που έχουν κολλητά τα κτήματα, όμοροι. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    Από το συνόρ' και το τούρκικο τασ' (καρντάσ', αρκατάσ').

    Παράδειγμα:
    Με το Νικόλαν συνορτάσ' είμες.

Παρατηρήσεις - Σχόλια