Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19832 λήμματα

τερώ [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τερώ Προφορά: τερώ
  1. βλέπω, κοιτάζω, περιποιούμαι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Παίρω σε σ’ εγκαλιόπο μου κι αν αρρωσταίν’τς, τερώ σε. (περιποιούμαι)
    2) Τέρεν και σον θεόν κιάν. (μην είσαι τόσο άσπλαχνος)

    Προέλευση:
    από το ρήμα τηρώ

  2. παρακολουθώ, προσέχω, περιθάλπω, διατρέφω, διατηρώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Μέση φωνή:
    τερίουμαι= κοιτάζομαι, βλέπω τον εαυτό μου, αναμετριέμαι, αλληλοκοιτάζομαι, εξετάζομαι(παθητική)

  3. κοιτάζω, παρατηρώ, παρακολουθώ Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
  4. βλέπω, κοιτάζω, περιποιούμαι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια