Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
τερλούκι (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τερλούκι
Προφορά: τερλούκι
κατάσταση, ζωή
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Προέλευση:
τουρκική
Ιδίωμα:
Σταυρί
Παράδειγμα:
Ας σ’ οσπίτι σ’ επέρασα και είδα το τερλούχι σ’.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Συνώνυμα
τουρλούχ (το)
Παρατηρήσεις - Σχόλια