Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τεπέ (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τεπέ Προφορά: τεπέ
  1. κορυφή 1) η κορυφή της κεφαλής 2) η κορυφή όρους, δέντρου κτλ. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Σην τεπέ μ’ απάν’ εντώκε με.

  2. 1) κορυφή του κεφαλιού του ανθρώπου 2) η κορυφή δέντρου/ όρους Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη tepe

  3. κορυφή Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια