Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

ωβόν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ωβόν Προφορά: ωβόν
  1. αβγό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Ο σ̌κύλον έφαεν τ'ωωβά ασή φωλέαν.
    2) Έφαεν τ’ ωβόν. (υπέπεσε σε λάθος, παράπτωμα)
    3) Με τ’ ωβόν βούλωσα το στόμα μ’ (την εμπονέστα̤) με τ’ ωβόν θ’ ανοίγ’ ατο (τη Λαμπρή).
    4) Το ραχͮίν ωβόν. (χιονισμένο βουνό)
    5) Μαύρα ωβά. (αποτυχία)
    6) Κάθκα απάν’ σ’ ωβά σ’ ( ή σον κώλο σ’). (μην ανακατεύεσαι σε ξένες υποθέσεις)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό ὠόν

  2. αυγό Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. αβγό ο όρχις του άνδρα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό ωόν

Παρατηρήσεις - Σχόλια